Το μεσαιωνικό κάστρο της Άρτας

Το μεσαιωνικό κάστρο της Άρτας στο ιστορικό έργο του Αυτοκράτορα Ιωάννη VI Καντακουζηνού


Ένας από τους βυζαντινούς Αυτοκράτορες που ανέπτυξε συγγραφική δραστηριότητα και αυτός στον οποίο οφείλονται τα πιο σημαντικά απομνημονεύματα είναι ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός. Η οικογένειά του ανήκε στη φεουδαρχική αριστοκρατία της ύστερης βυζαντινής εποχής. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1295/96. Τάχθηκε στο πλευρό του Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου με τον παππού του Ανδρόνικο Β΄. Μετά την επικράτηση του νεαρού Αυτοκράτορα, ο Ιωάννης Καντακουζηνός αναδείχτηκε στον ισχυρότερο άντρα της Αυτοκρατορίας. Το 1341 στέφθηκε Αυτοκράτορας στο Διδυμότειχο. Μετά από μια πολυτάραχη ζωή, ένα σημαντικό μέρος της οποίας το πέρασε ως μοναχός, πέθανε το 1383. Το συγγραφικό του έργο, με τίτλο «Ιστορίαι», πραγματεύεται, σε 4 βιβλία, τα γεγονότα από το 1320 έως το 1356 και σε ορισμένα σημεία έως το 1362. Συνολικά, το έργο του Αυτοκράτορα αποτελεί, μαζί με το αντίστοιχο του Νικηφόρου Γρηγορά, τη σημαντικότερη πηγή για τη βυζαντινή ιστορία του α΄ μισού του 14ου αι.

 

Ανάμεσα στα ποικίλα γεγονότα του α΄ μισού του 14ου αι., ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός περιλαμβάνει αναφορές και στο μεσαιωνικό κάστρο της Άρτας και ειδικότερα στο ρόλο που η πόλη διαδραμάτισε κατά τη διάρκεια της επανάστασης ενάντια στο βυζαντινό Αυτοκράτορα, η οποία ξέσπασε στα εδάφη της Ηπείρου το έτος 1338. Πιο συγκεκριμένα, ολόκληρο το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με τελευταία την πρωτεύουσα Άρτα, υποτάχτηκε τελικά στο βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄, το έτος 1338. Μάλιστα, ο ίδιος ο Αυτοκράτορας βρισκόταν στα Βελέγραδα, με πολυάριθμο παραταγμένο στρατό έτοιμο να επέμβει και να αιματοκυλίσει την Ήπειρο σε περίπτωση άρνησης υποταγής. Μετά την πλήρη αποδοχή των όρων του από τους Ηπειρώτες, ο Ανδρόνικος Γ΄ έφτασε στην περιοχή προκειμένου να δεχτεί προσωπικά την εθελοντική υποταγή της άρχουσας τάξης, του στρατού και του λαού. Παράλληλα, επισκέφτηκε και ένα μεγάλο τμήμα της επικράτειάς του, επιθυμώντας να δει τις πόλεις του και να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για τις ανάγκες των Ηπειρωτικών εδαφών. Τέλος, αφού παραχώρησε αρκετά προνόμια, αποφάσισε και τον αρραβώνα του διαδόχου του θρόνου του Δεσποτάτου Νικηφόρου με τη μεγάλη κόρη του μεγάλου δομεστίκου Ιωάννη Καντακουζηνού. Ο αρραβώνας, που θα δημιουργούσε ένα δεσμό ανάμεσα στην Άρτα και την Κωνσταντινούπολη, θα τελούνταν είτε στη Θεσσαλονίκη είτε στην Κωνσταντινούπολη ώστε να τονιστεί η σημασία του αλλά και να απομακρυνθεί ο νεαρός διάδοχος από τα κληρονομικά του εδάφη. Λίγο πριν την αναχώρηση όμως, ο Νικηφόρος απήχθη από την αντιβυζαντινή παράταξη της Άρτας και οδηγήθηκε στην Ιταλία, στην αυλή της Αικατερίνης Βαλουά, χήρας του Φιλίππου του Τάραντα. Αυτή τον δέχτηκε με τιμές και μεγάλη ευχαρίστηση και βιάστηκε να τον αρραβωνιάσει με μια από τις δυο κόρες της, προκειμένου τα κληρονομικά του εδάφη και ο τίτλος του να περάσουν στην οικογένειά της και έτσι να προωθήσει τις προσπάθειές της, με απώτερο στόχο την επιβολή της ανγεβινής επικυριαρχίας στην επικράτεια του Δεσποτάτου.

 

Γύρω από το πρόσωπο του Νικηφόρου, τον οποίο ανέδειξαν σε σύμβολο ελευθερίας, συσπειρώθηκε η αντιβυζαντινή παράταξη της Ηπείρου. Σε αυτή, προσχώρησαν και νέοι υποστηρικτές, εξαιτίας της απόλυτης στάσης του Αυτοκράτορα. Με θεωρητικό, λοιπόν, αρχηγό το Νικηφόρο, που θα ενίσχυε τον αγώνα τους με ξένη βοήθεια και με στόχο την επανάκτηση των κληρονομικών εδαφών του νεαρού έκπτωτου διαδόχου, κηρύχθηκε στην Ηπειρωτική επικράτεια επανάσταση το 1338, λίγους μήνες μετά την αναχώρηση του Αυτοκράτορα. Οι ηγέτες της επανάστασης ήταν ο Νικηφόρος Βασιλίτζης και ο Αλέξιος Καβάσιλας, τον οποίο συνέδεαν οικογενειακοί δεσμοί με τον Φίλιππο του Τάραντα και τους διαδόχους του και έτσι θεωρούνταν ως πράκτορας της Αικατερίνης Βαλουά. Πολύ γρήγορα, ο Βασιλίτζης έθεσε υπό τον έλεγχό του και τη διοίκησή του την πρωτεύουσα του Δεσποτάτου Άρτα και αφού συνέλαβε τον νεοδιορισμένο απεσταλμένο του Αυτοκράτορα, Θεόδωρο Συναδηνό, τον φυλάκισε. Ταυτόχρονα, ο Καβάσιλας κατέλαβε το κραταιό κάστρο των Ρωγών, ενώ σαράντα άλλα μέλη της αντιβυζαντινής παράταξης το Θωμόκαστρο. Γύρω από τα τρία αυτά κάστρα, σε μια σαφώς οριοθετημένη έκταση ανάμεσα στην Άρτα και το Ιόνιο Πέλαγος, περιορίστηκε η επανάσταση και δεν γενικεύτηκε. Αντίθετα, οι περισσότερες μεγάλες πόλεις παρέμειναν πιστές στον Αυτοκράτορα και δεν συμμετείχαν στην εξέγερση όπως: τα Ιωάννινα, η Χειμάρα, το Αργυρόκαστρο, η Πάργα, ο Άγιος Δονάτος κ.α. Λίγο αργότερα, στις αρχές του 1339, οι ηγέτες των επαναστατών ήρθαν σε επαφή με την Αικατερίνη Βαλουά, ζητώντας της να στείλει στην Ήπειρο το νεαρό Νικηφόρο με πλοία και στρατό ώστε να ενισχύσει τον αγώνα τους. Πράγματι, η Αικατερίνη, θεωρώντας ως επιτυχία των σχεδίων της την εγκατάσταση του Νικηφόρου στην Ήπειρο ως υποτελούς και προστατευόμενού της αλλά και την άμεση ανάμιξή της στα Ηπειρώτικα πράγματα, απέστειλε μικρό στόλο, την άνοιξη ή το καλοκαίρι του 1339, από την Πάτρα ή την Κλαρέντζα με κατεύθυνση το Θωμόκαστρο και επικεφαλής τον Νικηφόρο, ο οποίος ανέλαβε πλέον και επίσημα την ηγεσία της αντίστασης.

 

Τα νέα έφτασαν στον Αυτοκράτορα στα τέλη του φθινοπώρου του 1339. Η κλονισμένη όμως υγεία του δεν του επέτρεψε τη μετάβασή του στην Ήπειρο, προκειμένου να ηγηθεί του βυζαντινού στρατού που θα αποστέλλονταν για να αποκαταστήσει την τάξη. Ο ίδιος προτίμησε να διαχειμάσει στη Θεσσαλονίκη. Διέταξε ωστόσο την άμεση ενίσχυση των δυνάμεων στην Ακαρνανία, οι οποίες θα διοικούνταν πλέον από τον πιγκέρνη Ιωάννη Άγγελο πρώην κυβερνήτη των Ιωαννίνων και το Μιχαήλ Μονομάχο κυβερνήτη της Θεσσαλίας. Ο σκοπός του βυζαντινού στρατού ήταν διπλός: να ενισχύσει το ηθικό των πόλεων που είχαν παραμείνει πιστές στον Αυτοκράτορα και ταυτόχρονα να πολιορκήσει τα τρία κάστρα, ερημώνοντας παράλληλα τη γύρω περιοχή ώστε να καταστεί αδύνατος ο ανεφοδιασμός τους. Οι βυζαντινές δυνάμεις εκπλήρωσαν με επιτυχία την αποστολή τους. Έτσι την άνοιξη του 1340, οπότε έφτασαν στην περιοχή ο Αυτοκράτορας με το μεγάλο δομέστικο Ιωάννη Καντακουζηνό και τον υπόλοιπο βυζαντινό στρατό, ο Ανδρόνικος Γ΄ χώρισε τον στρατό σε τρία τμήματα και συνέχισε την πολιορκία των τριών κάστρων. Την πολιορκία της Άρτας επέβλεπε προσωπικά ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Πολιορκητικές μηχανές είχαν στηθεί περιμετρικά των τειχών και τα έβαλαν τακτικά, χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα. Το μόνο θετικό στοιχείο ήταν η απελευθέρωση του πρωτοστράτορα Θεοδώρου Συναδηνού, η οποία αποφασίστηκε όχι ως δείγμα καλής θέλησης ή υποχώρησης αλλά από φόβο για μια τυχόν οργάνωση συνωμοσίας από τη φιλοβυζαντινή μερίδα με επίκεντρο το πρόσωπό του. Παράλληλα, την πολιορκία των Ρωγών διεξήγαγε  ο μέγας δομέστικος. Αν και τα δυο κάστρα δεν ήταν προετοιμασμένα για πολιορκία, είχαν περικυκλωθεί από όλες τις πλευρές τους, δεν ανεφοδιάζονταν και αντιμετώπιζαν έλλειψη εφοδίων, ωστόσο αρνούνταν να παραδοθούν και να υποταχτούν. Είναι χαρακτηριστικά του φανατισμού και του πνεύματος της ανεξαρτησίας που διείπε τους επαναστάτες τα λόγια του Καβάσιλα ότι  προτιμούσε να κρεμαστεί από τον πύργο παρά να συλληφθεί και να υποταχτεί στον Αυτοκράτορα. Τέλος, η πολιορκία του Θωμόκαστρου αποδείχτηκε η πλέον δυσχερής για το βυζαντινό στρατό, καθώς μπορούσε να αποκλειστεί μόνο από τις τρεις πλευρές του και έτσι ανεφοδιαζόταν με άνεση από τη θάλασσα ελλείψει του βυζαντινού στόλου.

 

Σε αυτό το σημείο λοιπόν που η βία έδειχνε να μην επιφέρει αποτελέσματα υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς και η κατάσταση είχε φτάσει σε αδιέξοδο, ανέλαβε να δώσει λύση ο μέγας δομέστικος Ιωάννης Καντακουζηνός. Έτσι, πήρε μαζί του ορισμένους αξιωματικούς μόνο και κατευθύνθηκε προς του Ρωγούς, επιζητώντας να συνομιλήσει με τον εκεί αρχηγό των επαναστατών Αλέξιο Καβάσιλα, τον οποίο είχε γνωρίσει προσωπικά σε μια προηγούμενη επίσκεψή του στην Ακαρνανία. Ο Καβάσιλας τον είδε από τα τείχη και του ζήτησε να μην πλησιάσει περισσότερο, ενώ αρνήθηκε να συνομιλήσει μαζί του, αν και παραδέχτηκε τη γνωριμία τους, από φόβο μήπως παρασυρθεί από τα προσωπικά του συναισθήματα και απομακρυνθεί από τον στόχο του. Τελικά, έπειτα από αρκετές προσπάθειες, πείστηκε από τον Καντακουζηνό να τον συναντήσει στις αντίθετες άκρες της γέφυρας του Λούρου, η οποία έδινε πρόσβαση στο κάστρο. Κατά τη διάρκεια της πρώτης σύντομης αυτής συνάντησης, ο μέγας δομέστικος κατηγόρησε τον Καβάσιλα ως υποκινητή της επανάστασης, ενώ ο Καβάσιλας του απάντησε ότι έπραττε το σωστό προκειμένου να απελευθερώσει την Ήπειρο από την καταπίεση του Αυτοκράτορα και να αποκαταστήσει στο θρόνο το νόμιμο διάδοχο του Δσποτάτου. Η συγκεκριμένη συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε σε τεταμένη ατμόσφαιρα, έληξε με αυτόν τον τρόπο. Τρεις μέρες αργότερα, ο Καντακουζηνός επιδίωξε μια δεύτερη συνάντηση, ενώ  κατάφερε να πείσει τον Καβάσιλα να περάσει τη γέφυρα και να συνομιλήσουν κατ’ ιδίαν. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνάντησης, ο μέγας δομέστικος προσπάθησε να εξηγήσει στον αρχηγό των επαναστατών ότι δεν ήταν τόσο τραγική η υποταγή στον Αυτοκράτορα ώστε αντ’ αυτής να επιλέγει το θάνατο. Οι απόψεις του Καβάσιλα άρχισαν να μεταβάλλονται σταδιακά, ωστόσο συνέχιζε να αρνείται πεισματικά κάθε συζήτηση για παράδοση. Το ποθητό αποτέλεσμα επήλθε τελικά για τον Καντακουζηνό λίγες μέρες αργότερα, οπότε πέρασε μια ολόκληρη μέρα με τον Καβάσιλα έξω από τα τείχη και τελικά τον έπεισε να παραδώσει το κάστρο και τον εαυτό του στον Αυτοκράτορα. Μάλιστα τόση ήταν η εμπιστοσύνη και η φιλία του Καβάσιλα προς το μεγάλο δομέστικο, ώστε ενώ αυτός επέστρεφε στην Άρτα, προκειμένου να ενημερώσει τον Αυτοκράτορα για τις εξελίξεις, είδε τον Καβάσιλα να τρέχει να τον συναντήσει χωρίς συνοδεία. Τότε, ο Καντακουζηνός, αφού τον ευχαρίστησε για την εμπιστοσύνη που του έδειχνε, τον συμβούλεψε να επιστρέψει στους Ρωγούς και να αναμένει τις αποφάσεις.

 

Την επόμενη μέρα, μόλις πληροφορήθηκε ο Αυτοκράτορας τα τεκταινόμενα, διέταξε το μεγάλο δομέστικο να επιστρέψει στους Ρωγούς και να ανταμείψει τους άνδρες, που είχαν παραδώσει το κάστρο, ανάλογα. Μετά την εκτέλεση της παραπάνω διαταγής, ο Καντακουζηνός πήρε μαζί του τον Καβάσιλα και τους σημαντικότερους υποστηρικτές και τους οδήγησε μπροστά στον Ανδρόνικο Γ΄, στον οποίο ομολόγησαν υπακοή και έδωσαν όρκο υποτέλειας. Στη συνέχεια, ο Καβάσιλας, αφού τόνισε την καταλυτική συμβολή του μεγάλου δομεστίκου στην απόφασή του να παραδώσει το κάστρο καθώς και την επιθυμία του να μην απομακρυνθεί ξανά από τον Αυτοκράτορα, έλαβε τον τίτλο του μεγάλου Κοντόσταυλου και του αποδόθηκαν τόσο σε αυτόν όσο και στους συμπολεμιστές του εξαιρετικές τιμές. Μόλις ο Βασιλίτζης και οι υπερασπιστές της Άρτας πληροφορήθηκαν την παράδοση του Καβάσιλα και των Ρωγών, τους κατηγόρησαν για προδοσία και δειλία, ενώ οι ίδιοι αρνήθηκαν πεισματικά κάθε διαπραγμάτευση και φυσικά παράδοση, όποιο και αν  ήταν το αντίτιμο. Λίγες μέρες αργότερα όμως, ο Καντακουζηνός κατάφερε να πείσει το Βασιλίτζη να συναντηθούν και να συνομιλήσουν στην πύλη του κάστρου. Τότε, ο μέγας δομέστικος άρχισε να του εξηγεί, με απαράμιλλη ευγλωττία, τη ματαιότητα της αντίστασής τους, τις ζημιές που προκαλούσε ο πόλεμος αλλά και η παρουσία ενός πολιορκητικού στρατού στη γεωργία και την οικονομία μιας περιοχής, τα δεινά που υπέφερε ο λαός που δεν συμμετείχε στον πόλεμο, το λάθος των επαναστατών να ζητήσουν βοήθεια από τους δυτικούς, οι οποίοι επιδίωκαν να καταστρατηγήσουν την ελευθερία τους και την ανεξαρτησία τους και τελικά να τους υποτάξουν, τα κληρονομικά δικαιώματα του Αυτοκράτορα στην περιοχή ήδη από την εποχή του Καίσαρα και τις τιμές και τα προνόμια που θα λάμβαναν εάν παραδίνονταν εθελοντικά.

 

Η ευγλωττία του Καντακουζηνού πέτυχε και πάλι το σκοπό της. Ο Βασιλίτζης και οι πολεμιστές του άρχισαν να κάμπτονται και αφού συνομίλησαν με τον Καβάσιλα και τους συντρόφους του, συγκρότησαν μια συνέλευση για να κρίνει την πορεία της επανάστασης. Αποφάσισαν ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα είχαν προγραμματίσει και γι’ αυτό επέλεξαν να παραδοθούν στον Ανδρόνικο Γ΄, μέσω του μεγάλου δομεστίκου. Πράγματι, αυτός παρουσιάστηκε την επόμενη μέρα στην πύλη του κάστρου, όπου και του ανακοίνωσαν την απόφασή τους να παραδοθούν επειδή η περιοχή ανήκε κληρονομικά στον Αυτοκράτορα και την είχε στερηθεί πρόσκαιρα, επειδή ο Αυτοκράτορας φαινόταν αποφασισμένος να τους διαλύσει αλλά και εξαιτίας της ευγλωττίας του Καντακουζηνού. Του παρέδωσαν λοιπόν την πόλη, έπειτα από έξι μήνες πολιορκίας, με την ελπίδα ότι θα κανόνιζε ώστε να λάβουν προνόμια. Έτσι, οι επαναστάτες οδηγήθηκαν μπροστά στον Ανδρόνικο Γ΄, ενώ ο βυζαντινός στρατός μπήκε στην πόλη.

 

Ωστόσο και προκειμένου να κατασταλεί πλήρως η ανταρσία, έπρεπε να παραδοθεί και το Θωμόκαστρο, όπου βρισκόταν ο τελευταίος κληρονόμος του Δεσποτάτου της Ηπείρου Νικηφόρος. Επειδή όμως η ήδη κλονισμένη υγεία του Ανδρονίκου Γ΄ είχε επιβαρυνθεί επιπλέον, αποφασίστηκε να παραμείνει ο ίδιος στην Άρτα για να αναρρώσει και να οδηγήσει τον ταλαιπωρημένο βυζαντινό στρατό στο Θωμόκαστρο ο Καντακουζηνός. Το Θωμόκαστρο μπορούσε να πολιορκηθεί μόνο από την ξηρά, γεγονός που αποτελούσε και το δυνατό του σημείο και το καθιστούσε σχεδόν άτρωτο, όπως τόνισαν οι υποστηρικτές του στο μεγάλο δομέστικο σε μια από τις πρώτες προσπάθειες να έλθει σε επαφή μαζί τους. Παράλληλα, ανέμεναν από στιγμή σε στιγμή το στόλο της Αικατερίνης Βαλουά. Πράγματι, 22 ώρες μετά την άφιξη του Καντακουζηνού, εμφανίστηκαν 13 πλοία προς βοήθεια των πολιορκούμενων, τα οποία τους δημιούργησαν συναισθήματα χαράς και αισιοδοξίας. Τα πλοία όμως αγκυροβόλησαν αρκετά μακριά από την ακτή, ενώ βλέποντας το βυζαντινό στρατό δεν πραγματοποιήθηκε καμία προσπάθεια να προσεγγίσουν και να αποβιβάσουν στρατιώτες.

 

Ύστερα από 25 μέρες πολιορκίας, ο Καντακουζηνός αποφάσισε να χρησιμοποιήσει και πάλι την ευγλωττία του και πρότεινε να του στείλουν έναν από τους υποστηρικτές του κάστρου για διαπραγματεύσεις. Ο εκπρόσωπος των επαναστατών ήταν ο Ριχάρδος, ο παιδαγωγός του Νικηφόρου. Σε αυτόν λοιπόν εξήγησε ο μέγας δομέστικος, με το μοναδικό χάρισμα του λόγου που τον χαρακτήριζε, το λάθος της επανάστασης, καθώς είχαν ξεσηκωθεί ενάντια σε έναν Αυτοκράτορα που δεν τους είχε βλάψει στο παραμικρό αλλά και την πλάνη τους να ζητήσουν βοήθεια από τους Ταραντίνους, οι οποίοι δεν είχαν ποτέ επιτύχει να καταλάβουν μια πόλη της Αυτοκρατορίας με το όπλα ή με πολιορκία ή ακόμη και με διαπραγματεύσεις πόσο μάλλον θα μπορούσαν να επιτύχουν ένα τέτοιο εγχείρημα στην παρούσα φάση που συμμετείχε και ολόκληρος ο βυζαντινός στρατός. Επιπλέον, η ανεπάρκεια των Ταραντίνων είχε ήδη αποδεχθεί και στη συγκεκριμένη περίσταση, καθώς χρειάστηκαν έναν ολόκληρο χρόνο για να συγκεντρώσουν και να αποστείλουν τα 13 πλοία, τα οποία είχαν αγκυροβολήσει μακριά από τις ακτές και θα έφευγαν σε λίγο άπρακτα αφήνοντας το Θωμόκαστρο πολιορκημένο και χωρίς εφόδια. Αλλά και αν ακόμη έφτανε μεγαλύτερος στόλος και κατάφερνε να εκδιώξει το βυζαντινό στρατό, τότε οι Ηπειρώτες θα γίνονταν δούλοι των Λατίνων, τη συμπεριφορά των οποίων και την αγριότητα τη γνώριζαν καλά. Η μοναδική ελπίδα των επαναστατών ήταν να εξαπλωθεί το κίνημά τους αλλά και αυτή είχε πλέον εκλείψει μετά την παράδοση των Ρωγών και της Άρτας. Τέλος, αν δεν παρέδιδαν σύντομα το κάστρο, ο Αυτοκράτορας θα δήμευε τόσο τις δικές τους περιουσίες όσο και εκείνες των συγγενών τους και θα τις απέδιδε σε πιστούς του υπηκόους, οι οποίοι συμμετείχαν στην καταστολή της επανάστασης, ενώ μετά την παράδοση του Θωμόκαστρου οι υποστηρικτές του με τις οικογένειές τους θα οδηγούνταν στην εξορία. Σε περίπτωση όμως εκούσιας και γρήγορης παράδοσης, ο Νικηφόρος θα γινόταν γαμπρός του Καντακουζηνού, θα έχαιρε εξαιρετικών τιμών και φήμης, ενώ και οι ακόλουθοί του θα απολάμβαναν σειράς προνομίων.

 

Τα λόγια του Καντακουζηνού μεταφέρθηκαν με πιστότητα στους υποστηρικτές του κάστρου, οι οποίοι αποφάσισαν τελικά να παραδοθούν. Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στο μεγάλο δομέστικο την επόμενη ημέρα. Ανάμεσα στους λόγους που τους οδήγησαν στη εγκατάλειψη της προσπάθειάς τους ήταν η απογοήτευσή τους από την έκβαση της επανάστασης. Οπωσδήποτε όμως, η απειλή εξορίας και δήμευσης των περιουσιών τους διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο. Ο Νικηφόρος λοιπόν και οι επικεφαλής των υποστηρικτών παρουσιάστηκαν στον Καντακουζηνό και εν συνεχεία οδηγήθηκαν στον Αυτοκράτορα στην Άρτα, ενώ στο κάστρο εγκαταστάθηκε φρουρά προκειμένου να εμποδίσει τυχόν προσπάθεια αποβίβασης των Ταραντίνων, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Ο Αυτοκράτορας δέχτηκε τους στασιαστές και τους αντάμειψε γενναιόδωρα για την υποταγή που του ορκίστηκαν. Ειδικά ο Νικηφόρος τιμήθηκε με τον τιμητικό τίτλο του πανυπερσέβαστου και ο Ανδρόνικος Γ΄ τον μεταχειρίστηκε με σεβασμό και φιλία. Αυτή ήταν η τελική έκβαση της επανάστασης στην Ήπειρο. Τα βυζαντινά στρατεύματα παρέμειναν στην περιοχή για τρεις ακόμη εβδομάδες, ώστε να διευθετηθούν πλήρως και οι τελευταίες λεπτομέρειες αναφορικά με την ασφάλεια και τη διοίκηση της περιοχής. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1340, τόσο ο Αυτοκράτορας όσο και ο μεγάλος δομέστικος του και ο υποψήφιος γαμπρός του τελευταίου Νικηφόρος, μαζί με το στρατό, αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη. Η Ήπειρος επέστρεψε με αυτόν τον τρόπο οριστικά στους κόλπους της Αυτοκρατορίας, καθώς η αντιβυζαντινή αντιπολίτευση είχε πλέον εκλείψει.

Κωνσταντίνα Ζήδρου,
Αρχαιολόγος – Υπ. Διδάκτωρ Αρχαιολογίας Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων