Οι επενδύσεις που ξαναζωντανεύουν τα ιστορικά ξενοδοχεία Ξενία και η ανοιχτή πληγή της Άρτας

Η αναβίωση του ιστορικού δικτύου των ξενοδοχείων Ξενία αποτελεί σήμερα ένα από τα πιο φιλόδοξα, αλλά και πιο αντιφατικά στοιχήματα του εγχώριου τουρισμού. Από τη μία πλευρά, εμβληματικά ακίνητα σε δημοφιλείς προορισμούς ξεπερνούν τη λήθη και περνούν σε τροχιά εντυπωσιακής αξιοποίησης, μετατρέποντας τη νοσταλγία σε κερδοφόρα πολυτέλεια. Σήμερα, σε μια εποχή όπου ο τουρισμός μετατοπίζεται διεθνώς από τη μαζικότητα στην εμπειρία και από την ταχύτητα στη σύνδεση με τον τόπο, αυτή η μεταπολεμική φιλοσοφία αποκτά ξανά επίκαιρη διάσταση. Τα Ξενία διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα να είναι χτισμένα στα πιο προνομιακά σημεία-φιλέτα της περιφέρειας, οργανικά ενσωματωμένα στο ανάγλυφο και την ιστορία κάθε περιοχής.Από την άλλη, η περίπτωση του Ξενία στο Κάστρο της Άρτας στέκει εκεί ως μια ανοιχτή πληγή, ένα πέτρινο κουφάρι εγκλωβισμένο για πάνω από τρεις δεκαετίες στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, των τοπικών εγώ και των χαμένων ευκαιριών, υπενθυμίζοντας ότι η ανάπτυξη στην Ελλάδα παραμένει μια υπόθεση δύο ταχυτήτων.

Η γεωμετρία της ουτοπίας και η νέα εποχή των επενδυτικών κεφαλαίων

Για να ψηλαφίσει κανείς την ψυχή αυτών των κτιρίων, πρέπει να επιστρέψει στη δεκαετία του 1950, τότε που ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού αποφάσισε να σχεδιάσει την τουριστική ταυτότητα μιας αναγεννημένης χώρας. Το πρόγραμμα Ξενία δεν ήταν απλώς ένα κατασκευαστικό πλάνο, αλλά ένα μανιφέστο αρχιτεκτονικής ελευθερίας, όπου προικισμένοι δημιουργοί αποτύπωσαν πάνω στο μπετόν, την πέτρα και το ξύλο τη φιλοσοφία της απόλυτης εναρμόνισης με το τοπίο. Τα ξενοδοχεία αυτά κατελάμβαναν τα πιο προνομιακά οικόπεδα της επικράτειας, προσφέροντας στον επισκέπτη μια εμπειρία όπου το φως, και η ιστορία εισέβαλλαν ανεμπόδιστα από τα μεγάλα ανοίγματα των δωματίων. Όταν το όραμα κατέρρευσε κάτω από το βάρος της κρατικής κακοδιαχείρισης και της αδιαφορίας κατά τη δεκαετία του 1980, η απώλεια δεν μετρήθηκε σε δραχμές, αλλά σε πολιτισμικό κεφάλαιο που αφέθηκε να σαπίσει.

Το κράτος σηκώνει τα χέρια ψηλά και παραδίδει τα κλειδιά της μεταπολεμικής μας κληρονομιάς στους ιδιώτες. Μέσα από τους μακροχρόνιους διαγωνισμούς της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου, ισχυροί επενδυτικοί όμιλοι αναλαμβάνουν πλέον το ρίσκο και το κόστος να αναστήσουν αυτά τα αρχιτεκτονικά τοπόσημα.

Η αποστολή τους μοιάζει με άσκηση ισορροπίας σε τεντωμένο σκοινί. Από τη μία πλευρά ορθώνεται το αυστηρό νομικό πλαίσιο του Υπουργείου Πολιτισμού που προστατεύει τον διατηρητέο χαρακτήρα των κτιρίων, και από την άλλη οι πιεστικές ανάγκες του σύγχρονου ταξιδιώτη για πολυτέλεια και άνεση.

Εκεί που οι προθέσεις συνάντησαν τον σωστό σχεδιασμό, όπως στην Πορταριά, την Αράχωβα και την Ουρανούπολη, η συνταγή πέτυχε απόλυτα. Ο ελληνικός μεταπολεμικός μοντερνισμός βγήκε από τη ναφθαλίνη και απέκτησε ξανά οικονομική ζωή. Το αποτέλεσμα δικαιώνει το εγχείρημα, καθώς δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και αλλάζει ριζικά η αισθητική και η οικονομική εικόνα ολόκληρων περιοχών.

Η Ελληνική Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) διαχειρίζεται σήμερα συνολικά 29 ακίνητα Ξενία, πρώην ξενοδοχεία και τουριστικά περίπτερα, και επιχειρεί να μετατρέψει ένα σύνθετο και ανομοιογενές χαρτοφυλάκιο σε ένα συνεκτικό δίκτυο ανάπτυξης. Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ότι η διαδικασία δεν είναι θεωρητική: 13 ακίνητα είναι ήδη μισθωμένα, τέσσερα βρίσκονται σε φάση υπογραφής συμβάσεων, ενώ άλλα ακίνητα προωθούνται προς αξιοποίηση, με διαδικασίες ωρίμανσης και στη συνέχεια διαγωνισμούς.

Το πρόγραμμα λειτούργησε ταυτόχρονα ως ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό εργαστήριο, στο οποίο συμμετείχαν κορυφαίοι Έλληνες αρχιτέκτονες της εποχής, με εμβληματικές μορφές όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης, ο Χαράλαμπος Σφαέλλος αλλά και μια ομάδα σημαντικών δημιουργών και συνεργατών της Υπηρεσίας Μελετών του ΕΟΤ.

Το οικονομικό αποτύπωμα στην Άρτα και ο φόβος της τουριστικής απομόνωσης

Η αναγέννηση ενός Ξενία δεν περιορίζεται ποτέ μέσα στα στενά γεωγραφικά όρια του οικοπέδου του, αλλά λειτουργεί ως ένας ισχυρός οικονομικός πολλαπλασιαστής για την τοπική κοινωνία. Η επαναλειτουργία μιας τέτοιας μονάδας ζωντανεύει την αγορά, ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς  και δημιουργεί ένα κύμα παράλληλων δραστηριοτήτων γύρω από τον πολιτισμό και την αναψυχή. Είναι μια ένεση ζωής για την ελληνική περιφέρεια, η οποία συχνά παρακολουθεί τα νιάτα της να μεταναστεύουν στις μεγάλες πόλεις λόγω έλλειψης προοπτικής και σταθερών εισοδημάτων.

Στον αντίποδα κάθε επιτυχημένης ιστορίας, το Ξενία της Άρτας παραμένει το πιο τρανταχτό παράδειγμα συλλογικής αποτυχίας και πολιτικής αμηχανίας. Χτισμένο το 1958 από τον αρχιτέκτονα Διονύση Ζήβα, φωλιασμένο προκλητικά μέσα στα τείχη του μεσαιωνικού Κάστρου, το ξενοδοχείο αυτό υπήρξε για τριάντα τέσσερα χρόνια η καρδιά της κοινωνικής και κοσμικής ζωής της πόλης. Από τη στιγμή που μπήκε το λουκέτο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο χρόνος πάγωσε και το κτίριο μετατράπηκε σε ένα σκοτεινό ορόσημο εγκατάλειψης, με τις τοπικές εφημερίδες να καταγράφουν έναν ατέρμονο εμφύλιο πόλεμο για το μέλλον του.

Οι προσπάθειες των δημοτικών αρχών να παραχωρήσουν το ακίνητο σε ιδιώτες για να λειτουργήσει ξανά ως ξενοδοχείο προσέκρουσαν σε έναν τοίχο αντιδράσεων από συλλογικότητες και αρχαιολόγους, οι οποίοι υπερασπίστηκαν τον δημόσιο χαρακτήρα του αρχαιολογικού χώρου. Η τελική αρνητική ετυμηγορία του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου ανάγκασε την πόλη να αλλάξει πλεύση και να αναζητήσει σωτηρία στα ευρωπαϊκά κονδύλια του ΕΣΠΑ, σχεδιάζοντας τη μετατροπή του σε πολιτιστικό κέντρο, δημοτική βιβλιοθήκη και ωδείο. Όμως, η μοίρα του κτιρίου ήταν γραμμένη με μελάνι γραφειοκρατίας, καθώς οι καθυστερήσεις στις μελέτες και οι ατέρμονες διαδικασίες οδήγησαν στην οριστική απώλεια της χρηματοδότησης εκατομμυρίων ευρώ, αφήνοντας τους πολίτες της Άρτας να αντικρίζουν ένα άδειο κουφάρι που θυμίζει όλα όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει, αλλά χάθηκαν στην πορεία.

Α.ΛΑΛΑΚΟΣ

 

Ετικέτες