Σε νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου παραπέμπονται δύο γιατροί, ένας παιδίατρος και ένας ακτινολόγος, μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου να αναιρέσει την αθωωτική απόφαση που είχε εκδοθεί για την υπόθεση του θανάτου ενός βρέφους μόλις 18 μηνών.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η υπόθεση αφορά βρέφος που εισήχθη στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων τον Μάρτιο του 2018. Αν και οι εξετάσεις PCR επιβεβαίωσαν ότι το παιδί έπασχε από γρίπη τύπου Β, οι γιατροί (ο Διευθυντής της Κλινικής και η Διευθύντρια ΕΣΥ) δεν χορήγησαν έγκαιρα το αντιικό σκεύασμα Tamiflu, θεωρώντας ότι είχε παρέλθει το "χρυσό" 48ωρο από την έναρξη των συμπτωμάτων.
Η κατάσταση του βρέφους επιδεινώθηκε δραματικά, καθώς ο ιός πυροδότησε το σπάνιο Αιμοφαγοκυτταρικό Σύνδρομο (HLH), μια κατάσταση όπου το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα ίδια τα κύτταρα του οργανισμού. Το παιδί διακομίστηκε στην Αθήνα, όπου και κατέληξε από οξύ εγκεφαλικό οίδημα, με τη γρίπη Β να καταγράφεται ως η γενεσιουργός αιτία της τραγωδίας.
Με την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου ανατρέπονται τα δεδομένα καθώς το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο προχώρησε στην αναίρεση της αθωωτικής απόφασης που είχε εκδοθεί για τους δύο γιατρούς, παραπέμποντάς τους σε νέα δίκη για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Οι δικαστές του Αρείου Πάγου έκριναν ότι η προηγούμενη απαλλακτική κρίση στερούνταν της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς παρουσίαζε κενά και ασάφειες ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των ιατρικών δεδομένων που οδήγησαν στην τραγική απώλεια. Το Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου (23/2026) ακύρωσε το αθωωτικό σκεπτικό του Εφετείου Ιωαννίνων, κρίνοντας ότι η απαλλαγή των γιατρών στερούνταν ειδικής αιτιολογίας και βασίστηκε σε αντιφατικά δεδομένα σχετικά με τη διαχείριση της μοιραίας νόσου.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται οι χειρισμοί των δύο γιατρών κατά τη διάρκεια της εξέτασης του βρέφους, το οποίο παρουσίαζε συμπτώματα που τελικά αποδείχθηκαν μοιραία. Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης και τις μαρτυρίες που έχουν κατατεθεί στη δικαιοσύνη, ο παιδίατρος στην απολογία του υποστήριξε ότι ενήργησε με βάση την κλινική εικόνα που παρουσίαζε το παιδί τη στιγμή της εξέτασης, ισχυριζόμενος ότι τα συμπτώματα δεν παρέπεμπαν σε κάτι επείγον ή απειλητικό για τη ζωή του. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ακολουθήθηκαν τα προβλεπόμενα ιατρικά πρωτόκολλα και ότι η διάγνωση βασίστηκε στα διαθέσιμα στοιχεία εκείνης της στιγμής, θεωρώντας πως η κατάσταση του βρέφους ήταν διαχειρίσιμη στο σπίτι.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος ακτινολόγος, ο οποίος είχε πραγματοποιήσει τις απεικονιστικές εξετάσεις, υποστήριξε στη δική του μαρτυρία ότι τα ευρήματα που προέκυψαν δεν έδειχναν σαφή παθολογία που να απαιτεί άμεση χειρουργική παρέμβαση ή περαιτέρω νοσηλεία. Ισχυρίστηκε ότι η ανάγνωση των εξετάσεων έγινε με σχολαστικότητα και ότι η ερμηνεία τους ήταν συμβατή με την εμπειρία του, αποδίδοντας την τραγική κατάληξη σε μια εξαιρετικά σπάνια και ταχεία επιδείνωση που δεν μπορούσε να προβλεφθεί από την αρχική εικόνα.
Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εξετάστηκαν με τη δέουσα προσοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο φάνηκε να αποδέχεται την αθωωτική εκδοχή χωρίς να αιτιολογήσει επαρκώς γιατί απέρριψε τις αντίθετες επιστημονικές απόψεις και τα στοιχεία που υποδείκνυαν ιατρική αμέλεια. Το σκεπτικό της αναίρεσης υπογραμμίζει ότι οι γιατροί οφείλουν να εξαντλούν κάθε διαγνωστικό μέσο όταν πρόκειται για ευαίσθητες περιπτώσεις όπως αυτή ενός βρέφους και ότι η καθυστερημένη αντίδραση ή η λανθασμένη εκτίμηση σοβαρών συμπτωμάτων συνιστά παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης. Μετά την εξέλιξη αυτή, η υπόθεση θα εκδικαστεί ξανά από μηδενική βάση στο Εφετείο, όπου οι μαρτυρίες και τα ιατρικά πορίσματα θα τεθούν εκ νέου υπό το πρίσμα της δικαστικής έρευνας για την αναζήτηση της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών.



















