Συναγερμός έχει σημάνει στις αρχές και στους κατοίκους της Αττικής μετά το περιστατικό επίθεσης λύκου σε περιπατητή στην περιοχή μεταξύ Κρυονερίου και Τατοΐου, ένα γεγονός που αναδεικνύει την αυξανόμενη παρουσία του είδους στα όρια του αστικού ιστού της Πάρνηθας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του θύματος, το άγριο ζώο τον ακολούθησε για περίπου πεντακόσια μέτρα, προκαλώντας του εκδορές και σκίζοντας τα ρούχα του, προτού τελικά απομακρυνθεί. Με αφορμή το συμβάν και ενόψει περιόδων με αυξημένη επισκεψιμότητα στο βουνό, ο Δήμος Αχαρνών και οι δασικές υπηρεσίες έχουν εκδώσει αυστηρές οδηγίες και προειδοποιήσεις για την ασφάλεια των πολιτών.
Τα νέα μέτρα και οι συστάσεις των ειδικών επικεντρώνονται στην αποφυγή της εξοικείωσης των λύκων με την ανθρώπινη παρουσία, η οποία συχνά οφείλεται στην παροχή τροφής από επισκέπτες, μια πρακτική που χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς οδηγεί τα ζώα να αναζητούν τροφή κοντά σε ανθρώπους. Οι αρχές τονίζουν την ανάγκη για σωστή διαχείριση των απορριμμάτων και την αποφυγή της εγκατάλειψης υπολειμμάτων τροφής σε δασικές και ημιαστικές ζώνες. Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι η είσοδος κατοικίδιων στην Πάρνηθα απαγορεύεται βάσει κανονισμού, καθώς τα σκυλιά μπορεί να προσελκύσουν λύκους ή να γίνουν στόχος τους. Σε ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης, έχει ήδη δρομολογηθεί από την Εισαγγελία Αθηνών η απομάκρυνση και μετεγκατάσταση αγελών λύκων από την Πάρνηθα σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές της βόρειας Ελλάδας για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας.
Σε περίπτωση συνάντησης με λύκο, οι ειδικοί συμβουλεύουν τους πολίτες να διατηρούν την ψυχραιμία τους και να μην τρέχουν, καθώς η φυγή μπορεί να διεγείρει το ένστικτο καταδίωξης του ζώου. Αντίθετα, προτείνεται η διατήρηση οπτικής επαφής από απόσταση και, εάν το ζώο πλησιάσει, η χρήση δυνατών θορύβων, φωνών ή επιθετικών χειρονομιών για τον εκφοβισμό του. Είναι επίσης σημαντικό οι περιπατητές να αποφεύγουν τις μοναχικές διαδρομές κατά τις ώρες του λυκόφωτος ή της αυγής, όταν η δραστηριότητα των άγριων ζώων είναι στο αποκορύφωμά της. Τέλος, οι πολίτες καλούνται να αναφέρουν άμεσα οποιαδήποτε εμφάνιση ή περιστατικό στο τοπικό δασαρχείο ή στην αστυνομία, ώστε να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση της κατάστασης.
















