Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη γεωπολιτική αστάθεια και ανοιχτά μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έχουν εκτιναχθεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ξεπερνώντας το φράγμα των 2,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Στην κορυφή της πυραμίδας παραμένουν αμετακίνητες οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες δαπανούν περισσότερα από τις επόμενες δέκα χώρες μαζί, ακολουθούμενες από την Κίνα που ενισχύει σταθερά το οπλικό της οπλοστάσιο και τη Ρωσία που έχει μετατρέψει την οικονομία της σε πολεμική μηχανή. Σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, η Ελλάδα κατέχει μια αξιοσημείωτη θέση, καθώς παρά το μικρό της μέγεθος, κατατάσσεται σταθερά στις πρώτες θέσεις των χωρών του ΝΑΤΟ όσον αφορά το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτει για την άμυνα, υπερβαίνοντας κατά πολύ το όριο του 2% που θέτει η Συμμαμαχία.
Η ελληνική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τις προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και την ανάγκη εκσυγχρονισμού μετά από μια δεκαετία υποεπένδυσης λόγω της οικονομικής κρίσης, προχωρά στην υλοποίηση της Ατζέντας 2030. Το 2025 αποτελεί έτος-ορόσημο για αυτή την προσπάθεια, καθώς η χώρα εισέρχεται στην πιο ενεργή φάση ενός προγράμματος που προβλέπει συνολικές επενδύσεις ύψους 25 έως 28 δισεκατομμυρίων ευρώ σε βάθος δωδεκαετίας. Κεντρικό σημείο αναφοράς αποτελεί η παραλαβή της πρώτης ψηφιακής φρεγάτας FDI Belharra, του Κίμωνα, η οποία αναμένεται να αναβαθμίσει κατακόρυφα τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Πολεμικού Ναυτικού. Παράλληλα, επιταχύνονται οι διαδικασίες για την απόκτηση των 20 πρώτων μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, με το συνολικό κόστος της σύμβασης να αγγίζει τα 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ συνεχίζεται ο εκσυγχρονισμός του στόλου των F-16 στην έκδοση Viper.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον στην ανάπτυξη του προγράμματος Ασπίδα του Αχιλλέα, ενός πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού και αντι-drone θόλου που θα καλύπτει το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, αξιοποιώντας τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης. Η νέα αυτή στρατηγική περιλαμβάνει την ίδρυση ενός οικοσυστήματος καινοτομίας και τη διεκδίκηση χρηματοδότησης από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE για την προμήθεια υποβρύχιων drones και αντιαρματικών συστημάτων, με στόχο η εγχώρια αμυντική βιομηχανία να συμμετέχει έως και κατά 25% στα νέα προγράμματα. Αυτό το ολιστικό σχέδιο αποσκοπεί στη μείωση της εξάρτησης από ξένους προμηθευτές και στην προσαρμογή των Ενόπλων Δυνάμεων στα δεδομένα του σύγχρονου υβριδικού πολέμου.
Ωστόσο, αυτή η φιλόδοξη εξοπλιστική προσπάθεια δεν μένει χωρίς κριτική. Σε εσωτερικό επίπεδο, διατυπώνονται ενστάσεις σχετικά με το δημοσιονομικό κόστος, καθώς οι δαπάνες που ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ θεωρείται από ορισμένους ότι στερούν πολύτιμους πόρους από την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική πρόνοια. Ειδικοί αναλυτές επισημαίνουν επίσης ότι η αγορά ακριβών οπλικών συστημάτων από το ράφι δεν συνοδεύεται πάντα από την απαραίτητη μεταφορά τεχνογνωσίας, ενώ τονίζεται η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στις συμβάσεις και αποτελεσματική συντήρηση του νέου υλικού. Η πρόκληση για την Ελλάδα παραμένει η διατήρηση της αποτρεπτικής της ισχύος χωρίς να διαταραχθεί η μακροπρόθεσμη οικονομική της σταθερότητα.
Α.Κομνηνός
















